«Σας τα λέω όλα αυτά…

«Σας τα λέω όλα αυτά

γιατί εδώ στο νησί μας,

όπως κι αλλού,

οι γάτες ξεχνάνε,

οι άνθρωποι ξεχνάνε

και η τρέλα

δεν θέλει πολύ

να φουντώσει πάλι

φτου ξανά κι απ’ την αρχή…»

Επιδρομή στην ψαροταβέρνα

Όπου μετά από μια σειρά από μυστηριώδεις και ανε¬ξήγητες εξαφανίσεις γάτων, ο ήρωας μας παρακο¬λουθεί μια απαγωγή και αντικρίζει για πρώτη φορά τον κοντό με την τραγιάσκα.

(Πρώτα εξαφανίστηκε ο Μεταξονούρης. Μετά ο Σαλταπήδας. Μετά εξαφανίστηκαν ο Νιαουρίνος, ο Γκιουζέπε, ο Ραμσής, η Αραπίνα, ο Σαρδανάπαλος και η Μπιζού. Όλες αυτές οι γάτες δεν είχαν κανένα άλλο κοινό χαρακτηριστικό γνώρισμα εκτός από ένα: Ένα μόνο. Το χρώμα τους. Το μαύρο, κατάμαυρο χρώμα τους.

Στην αρχή, οι αιφνίδιες αυτές απουσίες δεν είχαν προκαλέσει ιδιαίτερη ανησυχία στο γατόκοσμο του νησιού. Δεν είναι δα και τόσο σπάνιο για μια γάτα να γίνεται άφαντη κά¬ποια στιγμή στα καλά καθούμενα. Η εξαφάνισή της μπορεί να οφείλεται σε χίλιες δυο αιτίες: το αφεντικό της μπορεί να μετακόμισε σε κάποια άλλη γειτονιά, ή μπορεί καμιά στριμμένη σπιτονοικοκυρά να την έχει κλειδαμπαρωμένη μέσα στο σπίτι και να μην της επιτρέπει εξόδους —ή δεν αποκλείεται ακό¬μα να το έχει βάλει η ίδια η γάτα γινάτι και να ξημεροβραδιάζεται έξω από καμιά ποντικότρυπα, περιμένοντας να ξεμυτίσει το αφι¬λότιμο ποντίκι που έχει βάλει στο μάτι για να το γραπώσει και να του δώσει να καταλάβει.

Προσωπικά, ουδόλως με είχε απασχολήσει το θέμα αυτό ως εκείνο το μοιραίο καλοκαι-ριάτικο βράδυ.

Το βράδυ εκείνο, που λέτε, είχα ραντεβού με τον Κοψονούρη, τον καλύτερο μου φίλο, γνω-στό επίσης με τα παρατσούκλια «Γατοκομάντος» ή «Τηγανάκιας», λόγω των επιδόσεών του στον εντοπισμό και την αστραπιαία αρπαγή τη¬γανητών ψαριών από ψαροταβέρνες. Φίνος γά-τος ο Κοψονούρης, άριστος φίλος, πάντα αισιό¬δοξος, μ’ ένα χαρούμενο σπινθήρισμα στα μά-τια. Το τι ξάπλες, πλάκες, τσάρκες και μάσες εί¬χαμε κάνει μαζί δεν περιγράφεται. Χαράματα το ίδιο πρωί ο Κοψονούρης μου είχε εκμυστη¬ρευθεί ότι σε μία από τις απογευματινές του πε-ριπλανήσεις είχε εντοπίσει μια παραθαλάσσια ψαροταβέρνα, που το πλαϊνό παράθυρο της κουζίνας της δεν έκλεινε καλά και είχαμε συμ¬φωνήσει να συναντηθούμε εκεί κοντά κατά το βραδάκι για να την τιμήσουμε δεόντως με μια αστραπιαία επιδρομή, που θα άδειαζε τα τηγά-νια της και θα γέμιζε τις κοιλίτσες μας.

Τόπος του ραντεβού είχε οριστεί η τσίγκινη σκεπή μιας ετοιμόρροπης παράγκας, καμιά τριακοσαριά μέτρα απόσταση από το στόχο μας. Όπως πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις, εί¬χαμε επιλέξει εκείνο το συγκεκριμένο βράδυ επειδή δεν είχε παρά ελάχιστο φεγγάρι και συ¬νεπώς μειώνονταν σημαντικά οι πιθανότητες να γίνουν αντιληπτές οι κινήσεις μας. Κι αυτό επειδή στο παρελθόν, επιδρομές σε ψαροτα¬βέρνες και άλλα ευαγή ιδρύματα με πανσέλη¬νο μάς είχαν στοιχίσει ακριβά.

Εγώ λοιπόν, που λέτε, καταφθάνω πρώτος, σκαρφαλώνω στο άψε-σβήσε από ένα σκουρια-σμένο λούκι και αρχίζω να κόβω βόλτες πέρα- δώθε στη σκεπή της παράγκας. Αισθάνομαι ανέμελος και ευδιάθετος. Έχω μια υπέροχη θέα από κει πάνω. Δεξιά μου απλώνεται η θάλασσα, σκουροπράσινη κι απέραντη, ως εκεί που φτά¬νει το μάτι, λες και δεν έχει τέλος. Παλιότερα, όταν ήμουνα μικρό γατάκι, ψιψινάκι δηλαδή, ονειρευόμουν ότι θα γινόμουν κάποια μέρα καραβόγατος, θα μπαρκάριζα σε ένα καλοτάξιδο ιστιοφόρο φορτωμένο κασέλες με λιθρίνια και σαρδέλες και θα γύριζα όλο τον ντουνιά απ’ άκρη ο’ άκρη. Θα περνούσα ζωή χαρισάμενη στα πέρατα του κόσμου. Θα γευόμουν εξωτικά φεγγαρόψαρα σε τροπικά λιμάνια, θα σκαρφά¬λωνα σε ψαροκοκαλόδεντρα σε παραμυθένιες ζούγκλες και θα αγαπιόμουνα με παθιάρες γά¬τες στο Σιάμ, το Αφγανιστάν και την Περσία.

Αλλά δυστυχώς το όνειρο έμεινε όνειρο, επειδή η θάλασσα μου προκαλούσε ναυτία. Σήμερα βέβαια είναι ήρεμη σαν λάδι προτού το ρίξουν στο τηγάνι για να τηγανίσουν παλα¬μίδες και το αντιφέγγισμα των αστεριών παιχνιδίζει στην ακύμαντη επιφάνειά της. Το χειμώνα όμως η ίδια αυτή θάλασσα, Θεέ μου, πώς αλλάζει, φουρτουνιάζει, θεριεύει, αγριεύ¬ει, μανιασμένα κύματα σηκώνονται ίδια βου¬νά θεόρατα, ο ένας τυφώνας διαδέχεται τον άλλο και για τρεις-τέσσερις μήνες ούτε καρά¬βι, ούτε καΐκι, ούτε κανένα άλλο πλεούμενο μπορεί να πλησιάσει στο νησί μας.

Από κει ψηλά, λοιπόν, κόβω, που λέτε, κίνηση. Λίγο παρακάτω στα δεξιά μου, μπορώ να δια-κρίνω καθαρά το ασβεστωμένο κτίριο της ψαρο¬ταβέρνας «ο Κόκκινος Κοκοβιός», και από το φωτισμένο παράθυρο της κουζίνας, τη σκιά του μάγειρα, του κυρ Ανέστη, που καθαρίζει ανΰποπτος τα τηγάνια του, σκουπίζοντας πού και που με μια πετσέτα τον ιδρώτα από το μέτωπο του. Δεν έχει και πολλή πελατεία σήμερα η ψαροτα¬βέρνα. Μόνο ένας μεσόκοπος καπετάνιος με τον παπαγάλο του και δυο ερωτευμένα ζευγαράκια κάθονται στα ξύλινα τραπέζια που είναι στρωμέ¬να με ξεθωριασμένα ασπροκόκκινα καρό τρα¬πεζομάντιλα. Απόηχοι από τις φωνές τους φτά¬νουν στα αυτιά μου και γαργαλιστικές μυρωδιές μπαρμπουνιών περιπαίζουν τα ρουθούνια μου.

Η κοιλιά μου γουργουρίζει ανυπόμονα, αλ¬λά την καθησυχάζω, διαβεβαιώνοντάς την ενόρκως ότι σε λίγο θα την κάνω ευτυχισμένη. Παρ’ όλα αυτά, εξακολουθεί να γουργουρίζει γιατί σπάνια με εμπιστεύεται κι αυτό επειδή οι γαστριμαργικές υποσχέσεις μου, τις πιο πολ¬λές φορές, αποδεικνύονται απατηλές.

Ξαφνικά συμβαίνει κάτι αναπάντεχο. Κάτω από μια αναποδογυρισμένη ψαρόβαρκα εμ-φανίζεται ένας άλλος, άγνωστος μου, μαύρος γάτος, που καθώς φαίνεται τον έχει προκαλέ¬σει κι αυτόν η γαργαλιστική και ακατανίκητη μυρωδιά των μπαρμπουνιών.

— Όπα! Να τα μας! Ελπίζω να μη μας τα χαλάσει ο γατεργάρης! σκέφτομαι.

Τον παρακολουθώ να πλησιάζει με προφύ¬λαξη προς την κατεύθυνση της ψαροταβέρνας, ρίχνοντας κλεφτές ματιές ολόγυρα. Τα υπόλοι¬πα συμβαίνουν τόσο αναπάντεχα, τόσο αστρα-πιαία, που αναρωτιόμουν μετά αν πραγματικά τα είδα. Μια τρίκυκλη μοτοσικλέτα με καρό¬τσα στο πλάι, που ερχόταν φουλαριστή από το βάθος του δρόμου, κόβει ταχύτητα, φρενάρει απότομα, δυο τΰποι, ένας κοντός με τραγιάσκα και ένας ψηλός με κρεμαστό μουστάκι, πη-δούν, αρπάζουν επιδέξια το γάτο με μια από¬χη, του κοπανάνε μια-δυο κλοτσιές και τον μπουζουριάζουν σε ένα τσουβάλι. Ο ταλαίπω¬ρος γάτος αρχίζει να συστρέφεται, να γρατζουνάει και να νιαουρίζει απελπισμένα αλλά χω¬ρίς αποτέλεσμα. Οι απαγωγείς ρίχνουν το θήραμά τους στην καρότσα, πηδάνε πάλι στη μο¬τοσικλέτα και γίνονται καπνός.

Εγώ δεν τολμώ να πιστέψω στα μάτια μου. Παγωμένος από έκπληξη χάνω πολύτιμο χρό¬νο. Δεν είμαι σίγουρος πώς πρέπει να αντιδρά¬σω. Να περιμένω το φιλαράκο μου τον Κοψονούρη, όπως είχαμε συμφωνήσει, ή να πάρω από πίσω τους κακοποιούς; Από τη μια η πεινα¬σμένη κοιλίτσα μου, από την άλλη ένας συνά¬δελφος που έχει την ανάγκη μου. Διστάζω κάνα δυο δευτερόλεπτα αλλά το παίρνω απόφαση. Δίνω ένα σάλτο και αρχίζω να τρέχω με όλη μου τη δύναμη πίσω από τη μοτοσικλέτα. Άδικος κόπος. Όσο και να τρέχω η μοτοσικλέτα, τρέχει ακόμα γρηγορότερα και σε λίγο χάνεται από τα μάτια μου στο βάθος του σκοτεινού δρόμου.

Λαχανιασμένος παίρνω το δρόμο της επι¬στροφής και όπως περνάω με κατεβασμένη ουρά από το σημείο της απαγωγής, παίρνει το μάτι μου ένα μεταλλικό αντικείμενο να γυαλί¬ζει στην άσφαλτο. Καταπώς φαίνεται έχει πέ¬σει από τους κακοποιούς. Πλησιάζω, το ανα¬ποδογυρίζω με το μπροστινό μου πόδι, το μυ¬ρίζω και το εξετάζω προσεχτικά. Είναι μια καρφίτσα, από αυτές που φοράνε οι άνθρωποι καμιά φορά στο πέτο. Δείχνει ένα πράσινο τε¬τράφυλλο τριφύλλι μέσα σε ένα ασημένιο πέ¬ταλο. Περίεργο. Τι νόημα να έχει άραγε αυτό;…»

«Η τελευταία μαύρη γάτα»

Ένα παραμύθι για μικρούς και μεγάλους… για τον ρατσισμό, τις προκαταλήψεις, τον φόβο, τους αποκλεισμούς και τους «αφορισμούς» αυτού, που ορίζεται ως «διαφορετικό»… του Ευγένιου Τριβιζά.

Ένα παραμύθι, που σίγουρα αξίζει πολλών μετααναγνώσεων αποσυμβολισμού των βαθύτερων νοημάτων και αξιακών αναπαραστάσεων, που Διαχέει στους/στις Αναγνώστες/ριες.

Μια εξαιρετικά απολαυστική συνέντευξη του συγγραφέα, όπως δημοσιεύτηκε στο «Βήμα» την 15η Μαρτίου 1998 «Έχω ανακαλύψει 484 νέες χώρες. Η πιο γνωστή είναι η Φρουτοπία» μπορείτε να διαβάσετε στο: http://www.tovima.gr/culture/article/?aid=97181 από όπου και σταχυοθετούμε ενδεικτικά:

«Ένας συγγραφέας παραμυθιών πρέπει να αγαπά τα παιδιά;

«Όχι μόνο να τα αγαπά, αλλά και να βλέπει τον κόσμο μέσα από τα δικά τους μάτια».

Αν δίνατε μια συμβουλή στους γονείς των αναγνωστών σας, θα ήταν:

«Όλες οι ιστορίες είναι αληθινές, αν υπάρχει κάποιος που να τις πιστεύει. (…)

Τι γνώμη έχετε για τους πολιτικούς;

«Καλά που δεν είναι φτιαγμένοι όπως ο Πινόκιο, γιατί διαφορετικά θα έπρεπε να καθιερωθεί και επίδομα συντήρησης μύτης».

Ένα πολιτικό παραμύθι θα ξεκινούσε…

«Ήταν ένας υπουργός, σπουδαίος και σοφός, που για κάθε θέμα έλεγε ένα ψέμα. Αλλά αντί να του μεγαλώνει η μύτη τού μίκραινε το στόμα, ώσπου δεν τον άκουγε κανείς και αναγκάστηκε να αλλάξει κόμμα….»

Ο Ευγένιος Τριβιζάς εκτός από πασίγνωστος Παραμυθάς είναι Δικηγόρος και Εγκληματολόγος , (Senior Research Fellow του Πανεπιστημίου του Λονδίνου Director of Criminal Justice Studies Διευθυντής του Τμήματος Εγκληματολογικών Μελετών του Πανεπιστημίου του Reading, Διδάσκων εγκληματολογίας και συγκριτικού ποινικού δικαίου στο Πανεπιστήμιο του Reading.

Αναφορές:

Τα βιογραφικά στοιχεία του συγραφέα αντλήσαμε από την Ιστοθέση: http://www.rhodes.aegean.gr/atlas/writers/trivizas.htm

Την συνέντευξη του Ε. Τριβιζά στο «Βήμα», όπως δημοσιεύτηκε την 15 Μαρτίου 1998 μπορείτε να αναζητήσετε στο:

 

http://www.tovima.gr/culture/article/?aid=97181

 

Το απόσπασμα, που παρατίθεται αυτούσιο σε εισαγωγικά μπορείτε να το συναντήσετε στις πρώτες σελίδες του παραμυθιού «Η τελευταία μαύρη γάτα» του Ευγένιου Τριβιζά, Εκδόσεις «Ελληνικά Γράμματα».

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under Μετααναγνώσεις

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s