Έλεν Κέλερ – Η Ιστορία μιας ζωής… ερωτεύσιμης…

Η Έλεν Κέλερ με την Δασκάλα της Μις Σάλιβαν

Η Έλεν Κέλερ με την Δασκάλα της Μις Σάλιβαν

Το μόνο αντανακλαστικό βλέμμα, που αξίζει δίκαια κανείς/καμία να χαρίσει σε αυτήν την φωτογραφία, είναι αυτό του πάθους… της δίψας… για κάθε τι το εφικτό… το επιτεύξιμο… το ανθρώπινο…

Στριμώχνουμε τις ζωές μας με ευκολία, πλάθοντας κόσμους γεμάτους εμπόδια… χωρίς να μας αφορούν οι ζώσες εμπειρίες συνύπαρξης…
Έχουν γραφτεί τόσα πολλά για την Έλεν Κέλερ, την πρώτη Τυφλοκωφή στον κόσμο, που πέρασε το κατώφλι της Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης.

Γυναίκα θαύμα……

Ναι υπό την μη στερεοτυπική εκδοχή αυτής της πολυφορεμένης ομολογουμένως ρήσης…

Η Έλεν Κέλερ ήταν σίγουρα μια Γυναίκα, που κατέκτησε δικαιωματικά τον ρόλο της Πρωταγωνίστριας… μαθημένη άλλωστε να βρίσκεται σε μία διαρκή στάση και θέση μάχης…

Γεννήθηκε στην Τασκούμβια το 1880 και απώλεσε την ακοή και την όραση της σε ηλικία 19 μηνών, εξαιτίας μιας σοβαρής ασθένειας, καθιστάμενη Τυφλοκωφή.

Η ζωή της κινούταν ανάμεσα σε ακατανόητες σιωπές, ώσπου συντονίστηκε με αυτήν της δασκάλας της Μις Σάλιβαν.

Η Μις Σάλιβαν υπήρξε μια μεγάλη δασκάλα, όχι μόνον για την αδιαμφισβήτητη γνωσιολογία, αξιοποίηση των ενδεικνυόμενων μεθόδων εκπαίδευσης και ένταξης της Κέλερ και την υπομονή, αλλά κυρίως για τον σεβασμό, την αγάπη, την αφοσίωση και την αποδοχή της μαθήτριας της. Η τελευταία περιγράφει με λόγο μεστό, διαποτισμένο από ισχυρά συναισθήματα εκείνη την πρώτη τους συναναστροφή στο βιβλίο «Η Ιστορία της ζωής μου»:

“…Η πιο σημαντική μέρα της ζωής μου είναι η μέρα που ήρθε κοντά μου η δασκάλα μου, η Άνι Μάνσφιλντ Σάλιβαν. Γεμίζω απορία και θαυμασμό κάθε φορά που σκέφτομαι τις αμέτρητες αντιθέσεις που έχουν αυτές οι δυο ζωές που έζησα. Ήταν 3 Μαρτίου 1887, τρεις μήνες προτού κλείσω τα εφτά.

Το απόγευμα αυτής της αλησμόνητης ημέρας καθόμουν άφωνη στην πόρτα και περίμενα. Είχα καταλάβει κάπως από τα νοήματα της μητέρας μου και την πυρετώδη κίνηση στο σπίτι, ότι κάτι ασυνήθιστο επρόκειτο να συμβεί. Είχα στραμμένο το κεφάλι μου προς τον ουρανό κι ο απογευματινός ήλιος έλουζε το πρόσωπο μου, περνώντας μέσα από το πυκνό αγιόκλημα που σκέπαζε την είσοδο. Τα δάχτυλά μου από μόνα τους σχεδόν, χάιδευαν τα γνώριμα φύλλα και τα μπουμπούκια που μόλις είχαν 6γει για να καλωσορίσουν τη γλυκιά άνοιξη του Νότου. Δεν ήξερα τι θαύματα και εκπλήξεις μου φύλαγε το μέλλον. Βδομάδες τώρα ο θυμός κι η πίκρα με μαστίγωναν αλύπητα και μια βαθιά χαύνωση είχε ακολουθήσει αυτόν τον παθιασμένο αγώνα.

Σας έτυχε ποτέ να βρεθείτε πάνω σ’ ένα βαπόρι και να σας τυλίξει μια πυκνή ομίχλη σαν χειροπιαστό λευκό σκοτάδι και το μεγάλο καράβι να ρίχνει βολίδες, ψάχνοντας να βρει την ακτή, όλο ένταση κι ανυπομονησία, και σεις να περιμένετε καρδιοχτυπώντας πως όπου να’ ναι κάτι φοβερό θα συμβεί; Σαν ένα τέτοιο καράβι ήμουνα προτού αρχίσει η εκπαίδευσή μου, μόνο που εγώ δεν είχα ούτε πυξίδα, ούτε βολίδες κι ούτε είχα κανέναν τρόπο να μάθω πόσο κοντά ήταν το λιμάνι. «Φως, δώστε μου φως», ήταν η άφωνη κραυγή της ψυχή μου και κείνη ακριβώς την ώρα το φως της αγάπης έπεσε πάνω μου.

Ένιωσα βήματα να πλησιάζουν. Άπλωσα το χέρι μου νομίζοντας πως ήταν η μητέρα μου. Κάποιος το πήρε και με σήκωσε και με κράτησε σφιχτά στην αγκαλιά του. Ήταν αυτή που ήρθε να μου αποκαλύψει το καθετί και, πάνω απ’ όλα, να μ’ αγαπήσει.

Το άλλο πρωί με οδήγησε στο δωμάτιο της και μου’ δωσε μια κούκλα. Την είχαν στείλει τα μικρά τυφλά παιδιά του Ιδρύματος Πέρκινς και την είχε ντύσει η Λόρα Μπρίντζμαν μα εγώ αυτό το έμαθα αργότερα. Αφού έπαιξα λίγη ώρα μαζί της, η Μις Σάλιβαν σχημάτισε αργά με τα δάχτυλά της στο χέρι μου τη λέξη «κ-ο-ύ-κ-λ-α». Ένιωσα αμέσως ενδιαφέρον γι αυτό το παιχνίδι με τα δάχτυλα και προσπάθησα να το μιμηθώ. Όταν τελικά κατάφερα να γράψω σωστά τα γράμματα, πλημμύρισα από παιδιάστικη χαρά και περηφάνια. Έτρεξα κάτω στη μητέρα μου, σήκωσα το χέρι μου κι έφτιαξα τη λέξη «κούκλα». Δεν ήξερα ότι έτσι σχημάτιζα μια λέξη ούτε καν ότι υπήρχαν λέξεις. Απλά έβαζα τα δάχτυλα να μιμούνται τα δάχτυλα των άλλων, σαν τη μαϊμού. Τις επόμενες μέρες έμαθα να σχηματίζω με τον ίδιο τρόπο πολλές λέξεις, όπως «καρφίτσα», «καπέλο», «κούπα» και μερικά ρήματα: «κάθομαι», «στέκομαι», και «περπατάω». Αλλά πέρασαν πολλές Βδομάδες προτού καταλάβω πως το κάθε τι έχει ένα όνομα.

Μια μέρα που έπαιζα με την καινούργια κούκλα μου, η Μις Σάλιβαν έβαλε στην αγκαλιά μου την παλιά μεγάλη κούκλα, σχημάτισε «κ-ο-ύ-κ-λ-α» με τα δάχτυλα και προσπάθησε να με κάνει να καταλάβω ότι η λέξη «κ-ο-ύ-κ-λ-α» ταίριαζε και στις δυο. Το πρωί, είχαμε φιλονικήσει εξαιτίας των λέξεων «κ-α-ν-ά-τ-α» και «ν-ε-ρ-ό». Η Μις Σάλιβαν προσπαθούσε να βάλει στο μυαλό μου ότι «κ-α-ν-ά-τ-α» είναι κανάτα και «ν-ε-ρ-ό» είναι νερό, αλλά εγώ όλο και τα μπέρδευα. Απογοητευμένη, άφησε τότε αυτό το θέμα, αλλά το επανέλαβε στην πρώτη ευκαιρία. Εκνευρίστηκα μ’ αυτές τις προσπάθειες, άρπαξα την καινούργια κούκλα και την πέταξα με δύναμη στο πάτωμα. Ευχαριστήθηκα όταν ένιωσα στα πόδια μου τα κομμάτια της σπασμένης κούκλας. Δεν ένιωσα ούτε λύπη, ούτε μεταμέλεια μετά το παθιασμένο μου ξέσπασμα. Δεν αγαπούσα την κούκλα. Στον κόσμο το σιωπηλό και σκοτεινό που ζούσα, δεν υπήρχε δυνατό αίσθημα τρυφερότητας. Αισθάνθηκα πως η δασκάλα μου συμμάζεψε τα κομμάτια σε μια άκρη του τζακιού και ικανοποιήθηκα γιατί η αιτία της ενόχλησής μου έφυγε. Μου’ φε- ρε το καπέλο μου και κατάλαβα πως θα πηγαίναμε βόλτα στη λιακάδα. Αυτή η σκέψη, αν μπορεί μια άφωνη αίσθηση να ονομαστεί σκέψη, με’ έκανε να χοροπηδήσω και να σκιρτήσω από χαρά.

Κάποιος έβγαζε νερό και η δασκάλα μου έβαλε το χέρι μου στο στόμιο της αντλίας. Καθώς το κρύο νερό έπεφτε στο ένα μου χέρι, εκείνη σχημάτισε στο άλλο τη λέξη «νερό», πρώτα αργά, μετά πιο γρήγορα. Στεκόμουν ακίνητη. Όλη μου η προσοχή ήταν στραμμένη στις κινήσεις των δάχτυλων της. Ξάφνου απόχτησα συνείδηση κάποιου που’ χα λησμονήσει, το σύγκρυο μιας σκέψης μου ξανάρθε’ και κάπως έτσι μου αποκαλύφτηκε το μυστήριο της γλώσσας. Τότε πια κατάλαβα ότι «νερό» σήμαινε το θαυμάσιο δροσερό «κάτι» που έτρεχε πάνω στο χέρι μου. Αυτή η ζωντανή λέξη ξύπνησε την ψυχή μου, τη γιόμισε φως, ελπίδα, χαρά, την ελευθέρωσε. Υπήρχαν ακόμη φραγμοί, είναι αλήθεια, αλλά φραγμοί που με τον καιρό θα έπεφταν.

Έφυγα απ’ το αντλιοστάσιο διψασμένη για μάθηση. Το καθετί είχε ένα όνομα και το καθετί γεννούσε μια καινούργια σκέψη. Καθώς γυρνούσαμε σπίτι, ό,τι άγγιζα μου φαινότανε πως αναρριγούσε από ζωντάνια. Κι αυτό γιατί έβλεπα το καθετί με την καινούργια παράξενη όραση που είχε έρθει. Όταν περάσαμε την πόρτα, θυμήθηκα την κούκλα που είχα σπάσει. Πήγα στο τζάκι και συμμάζεψα τα κομμάτια. Μάταια προσπάθησα να τα αποσυναρμολογήσω. Τότε τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα. Είχα καταλάβει τι είχα κάνει και για πρώτη φορά αισθάνθηκα λύπη και μεταμέλεια. Έμαθα πολλές καινούργιες λέξεις εκείνη τη μέρα. Δεν τις θυμάμαι όλες. Ξέρω όμως ότι ανάμεσά τους ήταν οι λέξεις μητέρα, αδελφή, δασκάλα. Λέξεις που έκαναν τον κόσμο ν’ ανθίσει, «όπως η ράβδος του Ααρών, με λουλούδια». Το βράδυ εκείνης της αξέχαστης ημέρας δεν υπήρχε στον κόσμο παιδί πιο ευτυχισμένο από μένα, έτσι, καθώς ξαπλωμένη στο μικρό μου κρεβάτι ξαναζούσα τη χαρά όλων αυτών που πέρασα και για πρώτη φορά στη ζωή μου, περίμενα ανυπόμονα να ξημερώσει η καινούργια μέρα…”

Στο διαδίκτυο έχει αναρτηθεί βίντεο / ντοκουμέντο, στο οποίο η Δασκάλα της Κέλερ αναλύει παραστατικά, την μεθοδολογία, που χρησιμοποίησε κατά την εκπαίδευση και ένταξη της μαθήτριας της.

Η Έλεν Κέλερ βούτηξε με τόλμη στα ύδατα των επιστημών της Φιλοσοφίας, των Μαθηματικών και της Φιλολογίας, ενώ έμαθε 5 γλώσσες την αρχαία ελληνική, την λατινική, την αγγλική, την γαλλική, την γερμανική.

Υπήρξε μία βαθιά πολιτικοποιημένη προσωπικότητα και παρουσία, νοηματοδοτώντας με τις λέξεις και τους στοχασμούς της την μη επιφανειακή ιστορικότητα της εποχής της.

Με μια αξιοπρόσεχτη και διακρίνουσα ενσυναίσθηση η Κέλερ προσδιορίζει λυτά και ακριβόλογα την εννοιολογία της «Έκτης Αίσθησης» στην αυτοβιογραφία της:

«Νομίζω πως μέσα στον καθένα μας υπάρχει μια ικανότη¬τα να αντιλαμβάνεται τις εντυπώσεις και τις συγκινήσεις που η ανθρωπότητα έχει περάσει απ’ την αρχή της δη¬μιουργίας της. Κάθε άτομο έχει μια υποσυνείδητη ανάμνη¬ση της πράσινης γης και των κελαρυστών νερών, έτσι που η κώφωση και η τύφλωση δεν μπορούν να του στερήσουν αυτό το δώρο των περασμένων γενεών. Αυτή η κληρονομι¬κή ικανότητα είναι μια έκτη αίσθηση-μια ψυχική αίσθηση που βλέπει, ακούει, νιώθει, όλα μαζί!»

Και είναι ακριβώς αυτή η διακρίνουσα ενσυναίσθηση, που καθοδηγούσε την Κέλερ σε οριοθετήσεις και αναοριοθετήσεις…

Αντικρίζοντας την πορεία αυτής της εξέχουσας Γυναίκας , το ελάχιστο, που μπορεί αξιολογικά να εισφερθεί καθρεπτίζεται στο:

Έλεν Κέλερ: Η Ιστορία μιας Ζωής… Ερωτεύσιμης…

Καθένας/καθεμία από εμάς… ας αναζητήσει τις αιτιολογήσεις … που τον/την εκφράζουν για τον ενστερνισμό αυτής της εκφοράς…

Αναφορές:

Την πολύ όμορφη φωτογραφία, που στολίζει την ανάρτηση μας δανειστήκαμε από το άρθρο του Αντώνη Σκορδίλη «Έλεν Κέλερ, το «θαύμα θέλησης» του προηγούμενου αιώνα», όπως δημοσιεύτηκε στην Ηλεκτρονική Στήλη «Επί Ίσοις Όροις» στις 8 Μαρτίου 2010 και το οποίο σας προτρέπουμε να αναγνώσετε στο: http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=139184

Τα αποσπάσματα, που αναδημοσιεύονται αυτούσια εκ μέρους μας σε εισαγωγικά αντλήσαμε από το αυτοβιογραφικό έργο της Κέλερ «Η Ιστορία της Ζωής μου», στην τρίτη του έκδοση από της εκδόσεις «Μίνωας», 1993, σελ. 29 ως 32 και 112 ως 113., τα οποία και δημοσιοποιούνται για πρώτη φορά στο διαδίκτυο.

Το βίντεο / ντοκουμέντο, στο οποίο η Δασκάλα της Κέλερ Μις Σάλιβαν εξηγεί παραστατικά την μεθοδολογία, που ακολούθησε με την μαθήτρια της μπορείτε να δείτε στο: http://www.youtube.com/watch?v=Gv1uLfF35Uw

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under Με την δύναμη της εικόνας, Μετααναγνώσεις

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s