Κοινωνικοοικονομικό επίπεδο και εγκληματική συμπεριφορά. Έρευνα σε Ελλάδα, Ουκρανία και Ρωσία.

Το εν λόγω άρθρο δημοσιεύτηκε στο διαδικτυακό Εγκληματολογικό Περιοδικό “The Art of Crime”: http://www.theartofcrime.gr/index.php?isFp=19  Τεύχος 18 Απρίλιος 2011.

Κοινωνικοοικονομικό επίπεδο και εγκληματική συμπεριφορά.

της Μαρίας Π. Κρανιδιώτη,

Επίκουρης Καθηγήτριας Εγκληματολογίας Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών

Από μετάφραση αποσπασμάτων από το άρθρο “The correlates of crime and deviance: Additional evidence” των Olena Antonaccio, Charles R. Tittle, Ekaterina Botchkovar και Maria Kranidioti1 δημοσιευμένο στο περιοδικό Journal of Research in Crime and Delinquency, 2010, τόμος 47, αριθμός 3, σελ. 297-328. Το άρθρο πραγματεύεται, μεταξύ άλλων, και τη σχέση του εγκλήματος και της αποκλίνουσας συμπεριφοράς με το κοινωνικοοικονομικο επίπεδο -όπου επικεντρώνονται και τα αποσπάσματα του παρόντος κειμένου-, ενόψει νέων διαπολιτισμικων ερευνητικών δεδομένων. Στις υποσημειώσεις περιλαμβάνονται διευκρινίσεις και σχόλια της μεταφράστριας.

Η προγενέστερη έρευνα

[…] Η πιο αμφιλεγόμενη συσχέτιση του εγκλήματος είναι ίσως εκείνη με το κοινωνικοοικονομικό επίπεδο (εφεξής ΚΟΚ)2. Παραδοσιακά γίνεται παραδεκτή μια αρνητική σχέση ανάμεσα στο ΚΟΚ. του ατόμου και την τάση του προς τα «κοινά», «εγκλήματα του δρόμου»3, παρά το γεγονός ότι τα στοιχεία, πριν από τις έρευνες αυτομολογούμενης συμπεριφοράς στοιχειοθετούσαν, στην καλύτερη περίπτωση, έμμεσες πληροφορίες, διότι τα επίσημα στατιστικά στοιχεία της αστυνομίας, στις Ηνωμένες Πολιτείες, δεν περιείχαν πληροφορίες για το ΚΟΚ. του δράστη (βλ. Tittle κ.α. 1978). Τα αποτελέσματα από τις έρευνες αυτοομολογούμενης εγκληματικής συμπεριφοράς ερμηνεύονται διαφορετικά. Μερικοί θεωρούν ότι είναι ενδεικτικά ανύπαρκτων έως απειροελάχιστων διαφορών στο ΚΟΚ. των δραστών, ιδιαίτερα εκείνων που διαπράττουν λιγότερο σοβαρά αδικήματα (βλ. Dunaway κ.α. 2000, Spinellis κ.α. 1994, Tittle κ.α. 1978, και Wright κ.α. 1999), ενώ άλλοι διατείνονται ότι επιβεβαιώνουν παραδοσιακές ερμηνείες (π.χ. Braithwaite, 1981, και για μια επισκόπηση βλ. Ellis και McDonald 2001). Αυτή η διαφορά γνώμης πάνω στις ερμηνείες της έρευνας για το ΚΟΚ. και το έγκλημα και τα συμφραζόμενά τους, πυροδότησε μια μακρόχρονη διαμάχη, η οποία αφορά διαφωνίες σε ένα ευρύ φάσμα ζητημάτων, συμπεριλαμβανομένης της ποιότητας των δεδομένων των ερευνών αυτοομολογούμενης εγκληματικής συμπεριφοράς, και της κατάλληλης μέτρησης του κοινωνικοοικονομικού επιπέδου και της εγκληματικής /αποκλίνουσας συμπεριφοράς (παραδείγματα: Braithwaite 1989: 49΄ Hagan 1992΄ Ellis 2004α, 2004β΄ Farnworth κ.α. 1994΄ Kleck 1982΄ Nettler 1978, 1985΄ Stark 1979, και Thornberry και Farnworth 1982, από τη μια πλευρά, και Tittle 1985, 2004΄ Tittle  και Meier 1990΄ Tittle κ.α. 1978· 1982· Wright κ.α. 1999, από την άλλη).

Επειδή τα επίσημα δεδομένα δεν είναι πλήρη και τα δεδομένα των κοινωνικών ερευνών έχουν αμφισβητηθεί, η διαφωνία για τη σχέση  του ΚΟΚ. και της εγκληματικής συμπεριφοράς δεν μπορεί να επιλυθεί εύκολα. Εντούτοις, μια πιο συστηματική διερεύνηση της σχέσης αυτής σε διαφορετικά πολιτισμικά περιβάλλοντα, ενδέχεται να βοηθήσει. Τα μέχρι στιγμής δεδομένα προέρχονται, ως επί το πλείστον, από αγγλόφωνες δυτικές χώρες (αλλά βλ. Ellis και McDonald 2001), όμως τα αποτελέσματα που προκύπτουν από κάποια πρόσφατα δεδομένα από άλλες χώρες, είναι διαφορετικά. Από μια έρευνα στην Άγκυρα της Τουρκίας προκύπτει μια θετική σχέση ανάμεσα στο ΚΟΚ. και την παραβατικότητα των ανηλίκων (Özbay και Özcan 2006), ενώ άλλοι ερευνητές δεν διαπίστωσαν σχέση ανάμεσα στο ΚΟΚ. και το έγκλημα, στη Γερμανία και τη Ρωσία, σε δείγματα ανηλίκων και ενηλίκων αντίστοιχα (Becker και Mehlkop 2006΄ Tittle και Botchkovar, 2005α)[…].

Μέθοδος

[…] Δειγματοληψία: Τα στοιχεία [της παρούσας διερεύνησης] προέρχονται από τυχαία (random) δείγματα κοινωνικές έρευνας σε νοικοκυριά (household survey) σε κατοίκους τριών πόλεων: της Αθήνας (Ελλάδα), του Niizni Novgorod (Ρωσία), και του Lviv (Ουκρανία). Ως ερευνητικό εργαλείο χρησιμοποιήθηκε ένα ερωτηματολόγιο με κλειστές ερωτήσεις), μεταφρασμένο στη γλώσσα της κάθε χώρας4. Η συλλογή των στοιχείων πραγματοποιήθηκε σε κάθε χώρα το Φθινόπωρο του 2006 από επαγγελματικούς οργανισμούς που διεξάγουν τέτοιες έρευνες, με διαπροσωπικές συνεντεύξεις όπου επελέγησαν τυχαία 400 άτομα στην Ελλάδα, 500 στη Ρωσία και 500 στην Ουκρανία. Για να ενισχύσουμε την προαπαιτούμενη εμπιστευτικότητα (ανωνυμία), τα ερωτήματα που αφορούσαν την αυτομολόγούμενη ανάρμοστη συμπεριφορά, δόθηκαν στους ερωτώμενους σε ξεχωριστό έντυπο, το οποίο συμπλήρωσαν μακριά από τον ερευνητή, και τοποθέτησαν σε φάκελο που σφράγισαν οι ίδιοι.

Απ’ ό,τι γνωρίζουμε, οι έρευνες αυτές είναι οι πρώτες που πραγματοποιήθηκαν σε κάθε μια από αυτές τις χώρες, με τυχαία δειγματοληψία, όπου ενήλικοι όλων των ηλικιών ρωτήθηκαν για την προγενέστερη και την προβαλλόμενη στο μέλλον παραβατική τους συμπεριφορά. Επιπλέον, επειδή η συλλογή των στοιχείων έγινε ταυτοχρόνως και από τις τρεις χώρες, τα στοιχεία αυτά είναι ιδιαίτερα χρήσιμα ώστε να εκτιμήσει κανείς τη διαπολιτισμική ικανότητα γενίκευσης των διακυμάνσεων της ανάρμοστης συμπεριφοράς, οι οποίες, όπως πιστεύεται, χαρακτηρίζουν τους ανθρώπους των συνηθέστερα διερευνώμενων χωρών. Εντούτοις, αφής στιγμής οι κοινωνικές έρευνες σε νοικοκυριά είναι πιο σπάνιες σε αυτές τις χώρες, είναι σημαντικό να αξιολογήσουμε την αντιπροσωπευτικότητα των δειγμάτων. Οι αριθμοί δείχνουν ότι τα στοιχεία από τις πιο πρόσφατες διεθνείς απογραφές για τις χώρες αυτές, αναφορικά με το φύλο, την ηλικία και την οικογενειακή κατάσταση των ατόμων είναι συμβατά με τις [δικές μας] έρευνες5. Επιπλέον, τα δεδομένα μας για την αυτομολογούμενη εγκληματική συμπεριφορά φαίνεται ότι επαληθεύουν τις τάσεις που διαπιστώνονται στα ποσοστά το εγκλήματος από άλλες πηγές, αφής στιγμής τα ποσοστά των Ελλήνων ερωτωμένων, όπως προκύπτει από τις απαντήσεις τους στις ερωτήσεις αυτομολογούμενης εγκληματικής συμπεριφοράς, είναι μικρότερα για όλα τα είδη αδικημάτων6 […].

[…] Μέτρα εγκλήματος/ αποκλίνουσας συμπεριφοράς: Επειδή, τόσο οι αυτομολογούμενες απαντήσεις για την προγενέστερη εγκληματική/ αποκλίνουσα συμπεριφορά, όσο και οι αυτοπροβολές/ εκτιμήσεις από τον ερωτώμενο για τις πιθανότητες να εκδηλώσει ο ίδιος τέτοια συμπεριφορά στο μέλλον, χαίρουν κάποιου βαθμού αξιοπιστίας, και έχουν χρησιμοποιηθεί ευρέως για τη διαπίστωση εμπειρικών κανονικοτήτων του εγκλήματος και της αποκλίνουσας συμπεριφοράς, σε διεξοδικά διερευνημένα [δυτικά] έθνη (Akers, Massey, Clarke, και Lauer 1983΄ Cantor και Lynch 2000΄ Green 1989΄ Hay 2001΄ Hindelang, Hirschi και Weis 1981΄ Murray και Erickson 1987΄ Petersilia 1978΄ Pogarsky 2004΄ Thornberry και Krohn 2000), διεξάγουμε την ανάλυσή μας, χρησιμοποιώντας και τα δύο είδη μέτρων. Επειδή, όμως, τα πρότυπα των αποτελεσμάτων είναι κατά βάση τα ίδια και με τα δύο μέτρα, παρουσιάζουμε μόνο τα αποτελέσματα της αυτομολογούμενης προγενέστερης συμπεριφοράς (τα αποτελέσματα από τις προβολές μελλοντικής εγκληματικής /αποκλίνουσας συμπεριφοράς μπορούν να ζητηθούν από τους συγγραφείς [της παρούσας μελέτης]).

Οι ερωτήσεις για το έγκλημα και την αποκλίνουσα συμπεριφορά επικεντρώνονται σε επτά πράξεις, και περιλαμβάνουν τρία θέματα για τη βία, τρία για την κλοπή και ένα για την απάτη. Οι ερωτώμενοι ανέφεραν τη συχνότητα με την οποία διέπραξαν τα εν λόγω αδικήματα κατά τη διάρκεια των τελευταίων πέντε ετών7 […] .

[…] Κοινωνικοοικονομικό επίπεδο (ΚΟΚ.): Παρά το γεγονός ότι οι ερευνητές διαφωνούν αναφορικά με την καλύτερη μέθοδο εργαλειοποίησης του ΚΟΚ., τα πλέον δημοφιλή μέτρα επικεντρώνονται στο μορφωτικό επίπεδο, το επαγγελματικό γόητρο και το εισόδημα, είτε εξατομικευμένα, είτε σε συνδυασμό. Εντούτοις, οι συμβατικοί ενδείκτες του ΚΟΚ. που χρησιμοποιούνται συνήθως στις δυτικές μελέτες, αποκτούν διαφορετικό νόημα αλλού. Για παράδειγμα, εξαιτίας ειδικών οικονομικών και πολιτικών συνθηκών που επικρατούν στη σύγχρονη Ρωσία και την Ουκρανία, είναι πολύ πιο συνηθισμένο, απ΄ ό, τι στις δυτικές κοινωνίες,  άνθρωποι με υψηλότερο επίπεδο μόρφωσης και με επάγγελμα από εκείνα που θεωρούνται στη Δύση υψηλού γοήτρου, να έχουν χαμηλότερο εισόδημα από εκείνους με λιγότερη μόρφωση και με χαμηλότερου επιπέδου επάγγελμα. Επιπλέον, εξαιτίας μιας εκτεταμένης γκρίζας ζώνης οικονομίας, και «μαύρης εργασίας», το ίδιο το εισόδημα δεν σημαίνει απαραίτητα το ίδιο πράγμα που σημαίνει στις Ηνωμένες Πολιτείες και άλλες δυτικού τύπου κοινωνίες. Επομένως, χρησιμοποιούμε μια άμεση καταναλωτική προσέγγιση, όπου  προσπαθούμε να εκτιμήσουμε την σχετική πρόσβαση των ατόμων σε διάφορα αγαθά και υπηρεσίες μέσω έξι θεμάτων (items) προς διερεύνηση [..]8.

Αποτελέσματα

[…] Τα δια –πολιτισμικά δεδομένα της παρούσας έρευνας ενισχύουν την άποψη  εκείνων που υποστηρίζουν ότι η σχέση ΚΟΚ. και εγκλήματος είναι προβληματική. Από τις δώδεκα σχετικές συναρτήσεις της έρευνάς μας, μόνο μια είναι αρνητική και στατιστικά σημαντική (εκείνη για τα εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας στην Ελλάδα). Τρεις  από τις συσχετίσεις  είναι στατιστικά ασήμαντες (όλες στο ελληνικό δείγμα), ενώ 8 από τις 12 (όλες οι συσχετίσεις στη Ρωσία και την Ουκρανία) είναι θετικές κα σημαντικές (βλ. πίνακα, στο κείμενο). Επομένως, στις δύο χώρες όπου σχηματίζεται ένα διακριτό πρότυπο διακύμανσης των μεταβλητών – Ρωσία και Ουκρανία – όσο υψηλότερη είναι η οικονομική άνεση των ερωτηθέντων, τόσο μεγαλύτερη η τάση προς το έγκλημα και την αποκλίνουσα συμπεριφορά. Επιπλέον, οι  συντελεστές πολυδιακύμανσης που αφορούν την πρόγνωση των μέτρων εγκλήματος/ αποκλίνουσας συμπεριφοράς από το κοινωνικοοικονομικό επίπεδο, δείχνουν μόνο 3 από τους 12 συντελεστές να είναι στατιστικά σημαντικοί. Δύο από αυτούς τους τρεις σημαντικούς συντελεστές, είναι θετικοί. Επομένως, αυτά τα αποτελέσματα ενισχύουν την ερμηνεία ότι η σχέση ΚΟΚ και εγκλήματος/αποκλίνουσας συμπεριφοράς δεν είναι αξιόπιστη […].

Περίληψη και συζήτηση

[…] Η ανάλυση για το ΚΟΚ. θέτει υπό αμφισβήτηση την ευρέως διαδεδομένη ιδέα ότι το ΚΟΚ. και το έγκλημα/ αποκλίνουσα συμπεριφορά συνδέονται γενικώς, ή απαραίτητα αρνητικά μεταξύ τους. Η δι –μεταβλητή ανάλυση δείχνει ότι στις δύο από τις τρεις χώρες το ΚΟΚ και η εγκληματική/ αποκλίνουσα συμπεριφορά σχετίζονται εν γένει θετικά, ενώ η ανάλυση πολυδιακύμανσης δείχνει ότι οι δύο αυτές μεταβλητές απλώς δεν συνδέονται καθόλου. Εντούτοις, το κατά πόσον αυτά τα αποτελέσματα αντιστρατεύονται την προγενέστερη μελέτη για το έγκλημα και το ΚΟΚ., εξαρτάται από τον τρόπο ερμηνείας των δεδομένων. Αν κάποιος πιστεύει ότι δεν εμφανίζεται μια σταθερή αρνητική σχέση ανάμεσα στο ΚΟΚ. και το έγκλημα (πράγμα που Καθηγητές όπως ο Braithwaite και ο Ellis πιστεύουν ότι συμβαίνει), τότε τα δεδομένα δείχνουν έλλειψη συνέπειας προς την προγενέστερη μελέτη του ζητήματος. Από την άλλη πλευρά, αν τα δεδομένα που έχουν συλλεχθεί αντιμετωπισθούν ως ενδεικτικά μιας προβληματικής σχέσης ανάμεσα στο ΚΟΚ. και το έγκλημα/ αποκλίνουσα συμπεριφορά (όπως πιστεύουν οι Tittle και Wright και οι συνεργάτες τους) τότε τα δεδομένα της παρούσας έρευνας είναι συνεπή προς την προγενέστερη διερεύνηση.

Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον, όμως, ότι στην Ελλάδα, που αποτελεί την πλέον δυτικοποιημένη χώρα από τις τρεις, δεν διαπιστώνεται συσχέτιση ανάμεσα στο ΚΟΚ και την εγκληματική συμπεριφορά, ενώ στη Ρωσία και την Ουκρανία, που είναι λιγότερο δυτικοποιημένες, διαπιστώνονται σταθερές δι-μεταβλητές θετικές σχέσεις, ανάμεσα στο ΚΟΚ και τις εξαρτημένες μεταβλητές. Παρά το γεγονός ότι μια θετική σχέση είναι θεωρητικά προβλέψιμη (βλ. Tittle 1983, 2004), σπάνια τεκμηριώνεται. Σ’ αυτή την περίπτωση, η τεκμηρίωσή της αποκαλύπτει ισχυρές πιθανές πολιτισμικές επιδράσεις στις συσχετίσεις του εγκλήματος. Σύμφωνα με τη θεωρία του Merton (1968) οι ισχυρά ανομικές συνθήκες που επικρατούν στις δύο πρώην σοβιετικές δημοκρατίες ενδέχεται να εμπνέουν τη χρήση εγκληματικών μέσων σε μεγαλύτερη έκταση απ’ ό, τι αυτό συμβαίνει στις πιο σταθερές δυτικές κοινωνίες. Εντούτοις, και αντίθετα από κάποιες ερμηνείες των ιδεών του Merton, υπό τις συνθήκες αυτές, τα άτομα του υψηλού, και όχι του χαμηλού ΚΟΚ. είναι εκείνα που εμφανίζουν μεγαλύτερη επιρρέπεια στο έγκλημα και την αποκλίνουσα συμπεριφορά. Ίσως αυτή η φαινομενική ανωμαλία να οφείλεται σε ασθενικούς ηθικούς περιορισμούς, μεγαλύτερη έκθεση σε εγκληματικές ευκαιρίες, ή άλλες συνθήκες που επιδρούν σε υψηλού ΚΟΚ. άτομα, που χαρακτηρίζουν μόνο τη Ρωσία και την Ουκρανία. Σε οποιαδήποτε περίπτωση, τα αποτελέσματά μας διασταυρώνονται με άλλα δεδομένα που δείχνουν ότι η διαφθορά και το οργανωμένο έγκλημα, στη Ρωσία και την Ουκρανία, αφθονούν και συνδέονται κυρίως με την κατάχρηση εξουσίας από άτομα υψηλού κοινωνικού επιπέδου (Gilinskiy 2006΄ Kalman 2002΄ Transparency International 2006΄ Williams και Picarelli 2002).

Στην ανάλυση πολύδιακύμανσης όλες σχεδόν οι σημαντικές θετικές δι-μεταβλητές συσχετίσεις ανάμεσα στο ΚΟΚ. και το έγκλημα εξαφανίζονται. Ενδεχομένως, στη Ρωσία και την Ουκρανία, εκείνοι που έχουν εγκαταλείψει τη θρησκευτική πίστη ή έχουν περισσότερες συναναστροφές με παραβατικά άτομα, έχουν και περισσότερες πιθανότητες να φθάσουν σε υψηλό κοινωνικοοικονομικό επίπεδο, ή. ενδεχομένως, τα αποτελέσματα δείχνουν, εφόσον ελέγξει κανείς για τις μεταβλητές «θρησκευτικότητα» και «συνανστροφή με παραβατικά άτομα», ότι το (υψηλό) ΚΟΚ. έχει μια έμμεση θετική επίδραση στην εγκληματική προδιάθεση. Σε οποιαδήποτε περίπτωση, η σχέση ανάμεσα στο ΚΟΚ. και το έγκλημα, υπό το φως αυτών των δεδομένων, και ενόψει των διαφορετικών πολιτισμικών πλαισίων,  εμφανίζεται ασυνεπής και σχηματίζει αναξιόπιστο πρότυπο κανονικότητας[…].

Περιορισμοί/ επιφυλάξεις

[…] Μολονότι η έρευνά μας διευρύνει τον ορίζοντα της προγενέστερης θεωρητικής και ερευνητικής εργασίας για τις συσχετίσεις του εγκλήματος και της αποκλίνουσας συμπεριφοράς, τα ευρήματ και η ερμηνεία τους πρέπει να αντιμετωπίζονται υπό το πρίσμα πιθανών μεθοδολογικών ζητημάτων. Πρώτον, τα δεδομένα μπορεί να είναι ύποτα εξαιτίας του φόβου ενοχοποίησης των ερωτηθέντων, και αυτου του τύπου οι έρευνες, άλλωστε, επικεντρώνονται σε ήσσονος σημασίας και σοβαρότητας ποινικά αδικήματα και μορφές αποκλίνουσας συμπεριφοράς. Ενώ θα ήταν χρήσιμο να συμπληρώσουμε τα στοιχεία με εκείνα της επίσημης αστυνομικής στατιστικής, δεν υπάρχουν τα ανάλογα στοιχεία στις στατιστικές αυτές για ορισμένες από τις συσχετίσεις του εγκλήματος. Επιπλέον, τα ίδια τα επίσημα στοιχεία εμπεριέχουν πολλά σφάλματα και αναξιοπιστία (Mosher, Miethe και Phillips 2002), ενώ οι διεθνείς εγκληματολογικές στατιστικές ενδεχομένως παρουσιάζουν ακόμη σοβαρότερα προβλήματα (Howard, Newman, and Pridemore 2000; Newman 1999)..[…].

Τέλος, τα ευρήματα μπορεί να αποτελούν απλά τεχνουργήματα των μετρήσεών μας, αφής στιγμής υπάρχει περιορισμένη συμφωνία αναφορικά με τη μέτρηση κάποιων μεταβλητών , ιδιαίτερα δε του ΚΟΚ. Η κλίμακά μας αναφέρετι μόνο στην αγοραστική δύναμη του ατόμου, η οποία επικεντρώνεται μόνο στο εισόδημα και την οικονομική ευμάρεια. Ορισμένοι μπορεί να αντιτάξουν το επιχείρημα ότι αν το μέτρο μας είχε περιλάβει και άλλα στοιχεία, όπως το γόητρο, την εξουσία, ή και τη δεινή οικονομική κατάσταση του ατόμου, πιθανώς να είχαμε βρεί την εικαζόμενη αρνητική σχέση ΚΟΚ και εγκλήματος. Μολονότι τα δεδομένα μας δεν περιλαμβάνουν ενδείκτες για το γόητρο ή την εξουσία, πειραματιστήκαμε με ένα μέτρο σοβαρού οικονομικού μειονεκτήματος (χρησιμοποιήσαμε τις θεματικές μόνο των απαραίτητων για την επιβίωση ειδών, όπως είναι τα τρόφιμα, τα ρούχα και η ιατρική περίθαλψη). Δεν βρήκαμε, εντούτοις, διαφορετικά αποτελέσματα.[…].

ΠΙΝΑΚΑΣ

Διμεταβλητή συσχέτιση ανάμεσα στο κοινωνικοοικονομικό επίπεδο και μέτρα έγκλήματος/αποκλίνουσας συμπεριφοράς a

Μεταβλητή

Δείκτης συνόλου αδικημάτων

Κλίμακα αδικημάτων βίας

Κλίμακα αδικημάτων κατά της ιδιοκτησίας

Απάτη

Ελλάδα

Ρωσία

Ουκρανία

Ελλάδα

Ρωσία

Ουκρανία

Ελλάδα

Ρωσία

Ουκρανία

Ελλάδα

Ρωσία

Ουκρανία

Κλίμακα ΚΟΚ

-.05

.16*

.26*

-.02

.11*

.14*

-.11*

.19*

.20*

-.08

.10*

.21*


 

*= p < τουλάχιστον  .05,   αμφίπλευρο.

a Ο αριθμός κυμαίνεται ανάλογα  με τις μεταβλητές και τις χώρες εξαιτίας διαφορετικού μεγέθους του δείγματος σε κάθε χώρα και των ελλειπόντων στοιχείων

Υποσημειώσεις:

1Olena Antonaccio:Επίκουρη Καθηγήτρια του Παν/μίου του Μαϊάμι, ΗΠΑ, Charles R. Tittle: Καθηγητής του Παν/μίου της Πολιτείας της Β. Καρολίνας, ΗΠΑ., Ekaterina Botchkovar: Επίκουρη Καθηγήτρια του Northeastern Univ., ΗΠΑ, Μαρία Κρανιδιώτη: Επίκουρη Καθηγήτρια Παν/μίου Αθηνών.

2Οι λοιπές συσχετίσεις με το έγκλημα και την αποκλίνουσα συμπεριφορά, που πραγματεύεται το εν λόγω άρθρο, αφορούν το φύλο, την ηλικία, τη θρησκευτικότητα και την οικογενειακή κατάσταση (παντρεμένος, διαζευγμένος κλπ.) του ατόμου, όπως και τις (ενδεχόμενες) συναναστροφές του με παραβατικά άτομα.

3Η παραδοχή (assumption), δηλαδή, είναι ότι τα άτομα των χαμηλότερων κοινωνιοοικονομικών στρωμάτων διαπράττουν περισσότερα εγκλήματα από εκείνα των υψηλότερων, ή είναι πιο ευάλωτα στο να εμπλακούν με το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης. Η παραδοχή αυτή υποστηρίζεται εύλογα από πολλές θεωρήσεις της Εγκληματολογίας,  οι δε λόγοι που τη θεμελιώνουν μπορεί να είναι το ότι τα άτομα με μειωμένο εισόδημα ή κοινωνικό γόητρο δυσκολεύονται περισσότερο ν’ αντεπεξέλθουν στις υποχρεώσεις τους και να συμμορφωθούν με τους νόμους, ή αποθαρρύνονται να το πράξουν ένεκα των δυσχερειών που αντιμετωπίζουν     (θεώρηση των ευκαιριών, του ελέγχου κ.α.), υιοθετούν μια αρνητική εικόνα για τον εαυτό τους που τα εξωθεί στην περιθωριοποίηση (ετικέτας, υποπολιτισμών κ.α.), αδυνατούν αντικειμενικά να αντιμετωπίσουν την εμπλοκή τους με το ποινικό σύστημα (λ.χ. να πληρώσουν ένα καλό δικηγόρο- κριτική θεώρηση, σύγκρουσης, κ.α.), ή εξωθούνται στην παραβατικότητα λόγω εντάσεων που βιώνουν, εξαιτίας των κοινωνικοοικονομικών συνθηκών ανομίας που επικρατούν (θεωρίες της ανομίας, κ.α.). Αλλά και αν κανείς  υιοθετήσει μια νεοσυντηρητική άποψη, μπορεί να ισχυριστεί ότι εκείνα τα άτομα που αδυνατούν να προσαρμοστούν στις τρέχουσες κοινωνικοοικονομικές απαιτήσεις θα καταλήξουν στο περιθώριο. Η παραδοχή βέβαια αυτή γίνεται για τα «κοινά» ή τα «εγκλήματα του δρόμου», εκείνα δηλαδή που συνήθως απεικονίζονται στις επίσημες εγκληματολογικές στατιστικές, και ορίζονται συχνά ως τέτοια σε αντιδιαστολή με τα οικονομικά εγκλήματα ή του «λευκού περιλαιμίου», που αποτελούν υποδείγματα αδικημάτων με μεγάλο σκοτεινό αριθμό.

4Προϋπόθεση για να απαντήσουν οι ερωτώμενοι ήταν η πολύ καλή και σε βάθος γνώση της γλώσσας (ελληνικά, ρωσικά και ουκρανικά αντίστοιχα), και αυτός ήταν ένας από τους (τεχνικούς) λόγους, για τον οποίο εξαιρέθηκαν οι αλλοδαποί.

5Οι συγγραφείς παραπέμπουν σε πίνακα στο παράρτημα της μελέτης τους, σελ. 318, όπου συγκρίνονται τα δεδομένα των τριών ερευνών με δημογραφικά στοιχεία από πηγές όπως World Bank 2004, United Nations Office on Drugs and Crime 2006, Transparency International 2007 κ.α.

6Οι συγγραφείς παραπέμπουν στον ίδιο πίνακα, ό. π.

7Στη συνέχεια, από τις απαντήσεις των ερωτωμένων και κατόπιν επεξεργασίας των δεδομένων  κατασκευάστηκε ένας γενικός δείκτης για την προγενέστερη εγκληματική/ αποκλίνουσα συμπεριφορά, και δύο κλίμακες για τα εγκλήματα βίας και κατά της ιδιοκτησίας, ενώ το θέμα της απάτης αποτέλεσε ξεχωριστό μέτρο (σ.307).

8Βλ. στην εν λόγω μελέτη, σ. 319, την κλίμακα, που περιλαμβάνει θέματα όπως «Μπορείς να αγοράσεις τα τρόφιμα που χρειάζεσαι από τον παντοπώλη;», «Μπορείς να ανακαινίσεις το διαμέρισμα/ σπίτι σου;», «Μπορείς να ταξιδέψεις στο εξωτερικό για αναψυχή;» κ.α.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ (επιλογή για το παρόν κείμενο)

Akers, Ronald L., James Massey, William Clarke, and Robert M. Lauer.  1983.  “Are self-reports of adolescent deviance valid?  Biochemical measures, randomized response and the bogus pipeline in smoking behavior.” Social Forces 62:234-51.

Becker, Ralf and Guido Mehlkop. 2006. “Social class and delinquency: An empirical utilization of rational choice theory with cross-sectional data of the 1990 and 2000 German General Population Surveys (ALLBUS).” Rationality and Society 18:193-235.

Braithwaite, John. 1989.  Crime Shame and Reintegration. New York: Cambridge U. Press.

Cantor, David and James P. Lynch. 2000. “Self-report survey and measures of crime and criminal victimization.” Pp. 85-138 in Measurement and Analysis of Crime and Justice, vol. 4, Criminal Justice 2000, edited by David Duffee, Washington, DC: U.S. Department of Justice Programs, National Institute of Justice.

Dunaway, R. Gregory, Francis T. Cullen, Velmer S. Burton, and T. David Evans. 2000. “The myth of social class and crime revisited: An examination of class and adult criminality.” Criminology 38: 589-632.

Ellis, Lee. 2004a. “Sex, status, and criminality: A theoretical nexus.” Social Biology 51:144-60.

Ellis, Lee. 2004b. “A reply to Duntley, Shackelford, and Tittle.” 51:171-3.

Ellis, Lee and James N. McDonald. 2001. “Crime, delinquency, and social status: A reconsideration.” Journal of Offender Rehabilitation 32:23-52.

Farnworth, Margaret, Terence P. Thornberry, Marvin D. Krohn, and Alan J. Lizotte.1994. “Measurement in the study of class and delinquency: Integrating theory and research.” Journal of research in Crime and Delinquency 31:32-61.

Gilinskiy, Yakov. 2006. “Crime in contemporary Russia.” European Journal of Criminology 3:259-92.

Green, Donald E.  1989. “Measures of illegal behavior in individual-level deterrence research.”  Journal of Research in Crime and Delinquency  26:253-275.

Hay, Carter. 2001. “Parenting, self-control, and delinquency: A test of self-control theory.” Criminology 39: 707-36.

Hindelang, Michael J., Travis Hirschi, and Joseph G. Weis. 1981. Measuring Delinquency. Beverly Hills, CA: Sage Publications.

Howard, Gregory J., Graeme Newman, and William Alex Pridemore. 2000. “Theory, method, and data in comparative criminology.” Pp. 139-211 in Criminal Justice 2000, Vol.4 Measurement and Analysis in Crime and Justice. Washington, DC: National Institute of Justice.

Junger-Tas, Josine, Ineke Haen Marshall, and Denis Ribeaud.  2003.  Delinquency in an International Perspective: The International Self-Reported Delinquency Study (ISRD). 2003. Monroe, NY: Criminal Justice Press.

Junger-Tas, Josine, Gert-Jan Terlouw, and Malcolm W. Klein.  1994. Delinquent Behavior among Young People in the Western World: First Results of the International Self-Reported Delinquency Study.  Monroe, NY: Criminal Justice Press.

Kalman, Alexander. 2002. Organized Economic Crime and Corruption in Ukraine. Final report for the  National Institute of Justice. Available at http://www.ojp.usdoj.gov/nij/international/programs/ukraine.html .

Kleck, Gary. 1982.  “On the use of self-report data to determine the class distribution of criminal and delinquent behavior.”  American Sociological Review 47:427-33.

Merton, Robert. 1968. Social Theory and Social Structure. Free Press.

Mosher, Clayton J., Terence D. Mosher, and Dretha M. Phillips. 2002.  The Mismeasure of Crime.  Newbury Park, CA: Sage.

Murray, Glenn F. and Patricia G. Erickson. 1987.  “Longitudinal research: An empirical comparison of projected and subsequent criminality.”  Social Science Research 16:107-18.

Nettler, Gwynn. 1978. “Social status and self-reported criminality.” Social Forces 57:304-5.

_____. 1985.  “Social class and crime, one more time.”  Social Forces 63: 1076-77.

Newman, Graeme. 1999. Global Report on Crime and Justice. New York: Oxford U. Press.

Özbay, Özden and Yusuf Ziya Özcan. 2006. “Classic Strain Theory and Gender.” International Journal of Offender Therapy and Comparative Criminology 50:21-38.

Petersilia, Joan. 1978. “The validity of criminality data derived from personal interviews.” Pp 30-47 in Quantitative Studies in Criminology, edited by Charles Wellford, Beverly Hills, CA: Sage Publications.

Pogarsky, Greg. 2004. “Projected offending and contemporaneous rule-violation: Implications for heterotypic continuity.”  Criminology 42:111-135.

Spinellis, Calliope, Eleni Apospori, Maria Kranidioti, Yotta Symiyianni, and Nina Angelopoulou.  1994.  “Key findings of a preliminary self-report delinquency study in Athens.” Pp. 288-318 in Delinquent Behavior among Young People in the Western World., edited by Josine Junger-Tas, Gert-Jan Terlouw, and Malcolm W. Klein. Amsterdam: Kugler Publications.

Stark, Rodney. 1979. “Whose status counts?” American Sociological Review 44:668-669.

Thornberry, Terence P. and Margaret Farnworth. 1982. “Social correlates of criminal involvement: Further evidence fo the relationship between social status and criminal behavior.”  American Sociological Review 47:505-518.

Thornberry, Terence P., and Marvin D. Krohn. 2000. “The self-report method for measuring delinquency and crime.”  Pp. 33-83 in  Measurement and Analysis of Crime and Justice, vol. 4, Criminal Justice 2000, edited by David Duffee, Washington, DC: U.S. Department of Justice Programs, National Institute of Justice.

Tittle, Charles R. 1983. “Social class and criminal behavior: A critique of the theoretical foundation.” Social Forces 62: 334-58.

_____. 1985.  “A pleas for open minds, one more time: Response to Nettler.”  Social Forces 63: 1078-1080.

_____. 2004. “Comments on “Sex, status, and criminality: A theoretical nexus.” Social Biology 51:167-70.

Tittle, Charles R., and Ekaterina V. Botchkovar. 2005a. “Self-control, criminal motivation and deterrence: An investigation using Russian respondents.” Criminology 43:307-54.

Tittle, Charles R. and Robert F. Meier. 1990. “Specifying the SES/delinquency relationship.”  Criminology 28:271-99.

Tittle, Charles R., Wayne J. Villemez, and Douglas A. Smith. 1978. “The myth of social class and criminality: An empirical assessment of the empirical evidence.” American Sociological Review 43:643-56.

—–.  1982.“One step forward, two steps back: More on the class criminality controversy.”American Sociological Review 47:435-38.

Transparency International. 2007. Corruption Perceptions Index. Available at   http://www.transparencyinternational.org.

United Nations Office on Drugs and Crime. 2006. United Nations Surveys on Crime Trends and Operations of the Criminal Justice System. Available at http://www.unode.org .

Williams, Phil, and John Picarelli. 2002. Organized Crime in Ukraine: Challenge and Response. Final report for the  National Institute of Justice. Available at  http://www.ojp.usdoj.gov/nij/international/programs/ukraine.html.

World Bank. 2004. World Development Indicators 2004. CD-ROM.

Wright, Bradley R. Entner, Avshalom Caspi, Terrie E. Moffitt, Richard A. Miech, and Phil A. Silva. 1999. “Reconsidering the relationship between SES and delinquency: Causation but not correlation.” Criminology 37:175-94.

Πηγή Πληροφοριών:

http://theartofcrime.gr/index.php?pgtp=1&aid=1304359125

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under Έρευνες

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s